Πολύ συχνά οι γονείς δυσκολεύονται να θέσουν όρια στα παιδιά τους, με αποτέλεσμα να κλονίζονται οι σχέσεις τους. Ένταση, αυξημένος τόνος φωνής, ξεσπάσματα, ίσως και απειλές εκφράζονται από όλες τις πλευρές. Πώς μπορούν οι γονείς να διαχειριστούν αυτές τις δύσκολες, απαιτητικές και συχνά στρεσογόνες καταστάσεις; Πώς μπορούν να προλάβουν την εκδήλωση έντασης; Τελικά, τί είναι τα όρια και για ποιό λόγο είναι απαραίτητα στην καθημερινή συνδιαλλαγή;
Αρχικά είναι σημαντικό να δοθεί ένας ορισμός της λέξης “όρια”. Ως “όρια” ορίζονται το σύνολο δίκαιων, σταθερών κανόνων και αρχών που θέτει κάθε οικογένεια, στο δικό της σύστημα. Ανεξάρτητα από τον τρόπο εφαρμογής των ορίων, η διαδικασία θέσπισης ορίων αποτελεί μέθοδο διαπαιδαγώγησης και καθοδήγησης των παιδιών. Είναι σημαντικό οι γονείς να παραμένουν σταθεροί και συνεπείς στα όρια που θέτουν, συζητώντας με τα παιδιά, εξηγώντας τους λόγους που χρειάζονται τα όρια στην καθημερινότητα, αλλά και τροποποιώντας τα όρια με βάση την ηλικία και την κατανόηση των παιδιών. Χρειάζεται να τονιστεί ότι τα όρια δεν αποτελούν μέθοδο τιμωρίας και ελέγχου, αλλά τρόπο προστασίας, ασφάλειας και εκμάθησης.
Τα όρια προσφέρουν ένα ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο μαθαίνουν τα παιδιά να αναπτύσσονται, προκειμένου να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους και να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις της καθημερινότητας. Βιβλιογραφικά, έχει αποδειχθεί πως είναι πολλά τα οφέλη από τη θέσπιση και διατήρηση ορίων μέσα στην οικογένεια. Μερικά από αυτά αποτελούν η ενίσχυση της υπευθυνότητας και του σεβασμού, η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης, η αίσθηση αγάπης και φροντίδας, η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των μελών της οικογένειας, η αυτοπειθαρχία και η διαχείριση ματαίωσης. Αντιθέτως, η έλλειψη ορίων ή ακόμα και η ασαφής ή μεμονωμένη οριοθέτηση δύναται να οδηγήσει τα παιδιά σε σύγχυση. Μερικές από τις συνέπειες της ελλιπούς οριοθέτησης είναι η συναισθηματική φόρτιση παιδιών/γονέων, η απουσία σεβασμού και κατανόησης, η σύναψη μη υγιών διαπροσωπικών σχέσεων, η χαμηλότερη αυτοπεποίθηση των παιδιών, η εκδήλωση φόβου εγκατάλειψης καθώς και η εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς. Επομένως, οι γονείς χρειάζεται να θεσπίζουν όρια αλλά, κυρίως, να συναισθάνονται τα παιδιά, να είναι συνεπείς προς τα όρια που θέτουν, σαφείς για τους λόγους που αυτά χρειάζονται και ήρεμοι όταν συνομιλούν. Οι γονείς είναι τα πρώτα πρότυπα των παιδιών, για αυτό και οφείλουν να ακολουθούν πρωτίστως οι ίδιοι τους κανόνες και τις αρχές της οικογένειας, ώστε να παραδειγματίζονται τα παιδιά. Στη συνέχεια θα αναφερθούν μερικά παραδείγματα θέσπισης ορίων που δυσκολεύουν τους γονείς.
Ένα συχνό φαινόμενο της εποχής είναι να διαμαρτύρονται τα παιδιά για το χρόνο που καταναλώνουν παρακολουθώντας βίντεο ή παίζοντας στο κινητό και να παρακαλούν τους γονείς για αύξηση του ορίου χρήσης οθονών. Ο γονέας χρειάζεται να αναλογιστεί τη συνθήκη και να παραμείνει σταθερός στο χρόνο που επιτρέπει στο παιδί την ενασχόληση με τις οθόνες, συζητώντας μαζί του τους λόγους, εφόσον το παιδί είναι σχολικής ηλικίας. Δεύτερο παράδειγμα, το παιδί ζητάει επίμονα να φάει γλυκό, ο γονέας λέει όχι, το παιδί επιμένει και ανεβάζει τον τόνο της φωνής του, ο γονέας επαναλαμβάνει το όχι και αναγνωρίζει το συναίσθημα του παιδιού. Σε αυτό το σημείο μπορεί να πει ο γονέας: “έχεις στενοχωρηθεί που δεν θα φας γλυκό, όμως είπαμε δεν είναι ώρα για γλυκό τώρα”.
Ένα παράδειγμα θέσπισης ορίων σε παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας-εφήβους είναι το εξής: το παιδί ζητάει να βγει βόλτα με την παρέα του και ο γονέας ορίζει συγκεκριμένη ώρα επιστροφής, όμως το παιδί διαμαρτύρεται και ζητάει επίμονα να γυρίσει αργότερα λέγοντας ότι θα κάνει “ό,τι θέλει”. Σε αυτή την περίπτωση ο γονέας χρειάζεται να παραμείνει ήρεμος και να εξηγήσει απλά και ξεκάθαρα τους λόγους που τον ανησυχούν, δίνοντας περιθώριο για διάλογο. Ένα ακόμη παράδειγμα δυσκολίας στη θέσπιση ορίων αφορά τον τρόπο επικοινωνίας εφήβων-γονέων. Όταν το παιδί θυμώνει και αυξάνει τον τόνο της φωνής του απέναντι στους γονείς του, τότε μια καλή πρακτική των γονέων είναι να αναγνωρίσουν το συναίσθημά του και να του δώσουν χώρο-χρόνο να ηρεμήσει. Ενδεικτικά “καταλαβαίνουμε ότι έχεις αναστατωθεί και είσαι θυμωμένος. Η συζήτηση θα συνεχιστεί μόλις ηρεμήσεις και θα μπορέσεις να μας ακούσεις.” Ξεκάθαρα εδώ δεν επιτρέπεται η επιθετική συμπεριφορά και προστατεύουμε το παιδί, ενώ ταυτόχρονα το παροτρύνουμε να αυτορυθμιστεί.
Συμπερασματικά, η ύπαρξη ορίων συμβάλλει στην ομαλή συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Όσο πιο απαιτητική και εξουθενωτική διαδικασία φαίνεται κάποιες φορές από την οπτική των γονέων, τόσο πιο δύσκολα θα αποδεχθούν τα παιδιά τα όρια που θέτονται. Τα όρια δεν είναι εμπόδια, αλλά γέφυρα επικοινωνίας, καθώς μέσα σε αυτά το παιδί μαθαίνει να κατανοεί, να σέβεται και να προστατεύει τον εαυτό του και τους άλλους. Όσο οι γονείς παραμένουν σταθεροί, συνεπείς και δείχνουν ενσυναίσθηση στα παιδιά, τόσο περισσότερο ενισχύεται η μεταξύ τους σχέση.
Πηγές
Λάγιου – Λιγνού, Έ., Αναγνωστάκη, Λ. & Ναυρίδη, Α.(2019). Ψυχαναλυτικές παρεμβάσεις με μικρά παιδιά στην οικογένεια και στην τάξη. Αθήνα: Εκδόσεις Αρμός.
Gordon, T. (2016). Τα μυστικά του αποτελεσματικού γονέα. Αθήνα: Μάρτης.


